διευθυνσεις

Buchhandel Bowker Electre Informazioni Editoriali Micronet Nielsen Book Data

Μετάφραση [Translate]

Παρασκευή, 22 Μαΐου 2015

Αποκαθήλωση μιας σχέσης

         ΑΠΟΚΟΜΜΑ  ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ            
Έντυπη Έκδοση Επτά, Κυριακή 22 Μαΐου 2011



ΤΗΣ ΠΑΡΗΣ ΣΠΙΝΟΥ (spinou@enet.gr)



 Η ταν καλοκαίρι του 1929 όταν η Σιμόν ντε Μποβουάρ, εμβληματική φιγούρα του φεμινισμού, και ο Ζαν- Πολ Σαρτρ, κορυφαίος φιλόσοφος του υπαρξισμού, έκλεισαν μια συμφωνία που τήρησαν ώς το τέλος της ζωής τους.
Εγιναν οι «αιώνιοι εραστές» και προκάλεσαν τα ήθη της εποχής υπερασπιζόμενοι την ελεύθερη συμβίωση.
«Η περιβόητη συμφωνία τους έμελλε ν' αλλάξει το πρότυπο του αξιοπρεπούς γάμου, εισάγοντας την έννοια της ελευθερίας ενός άντρα και μιας γυναίκας, που ζουν ως ζευγάρι, να συνάπτουν ερωτικές σχέσεις με τρίτα άτομα χωρίς αυτό να επηρεάζει την αφοσίωση του ενός προς τον άλλο. Κράτησε περισσότερο από μισόν αιώνα και έγινε σύμβολο για πολλές μεταγενέστερες γενιές», επισημαίνει η Κάρολ Σέιμουρ-Τζόουνς στην ογκώδη, αποκαλυπτική βιογραφία τους «Επικίνδυνη σχέση», που θα κυκλοφορήσει σε λίγες ημέρες από τις εκδόσεις «Αγκυρα», σε μετάφραση Βίκης Δέμου.
Επικίνδυνη μάλλον για τους άλλους, αφού οι δύο διανοούμενοι επιδίδονταν στη σεξουαλική εκμετάλλευση των μαθητών τους, σύμφωνα με τη βιογράφο τους, η οποία κυρίως στηρίχτηκε στα ημερολόγια και στην αλληλογραφία των Σαρτρ - Ντε Μποβουάρ, που της εμπιστεύτηκε η υιοθετημένη κόρη τους και κληρονόμος των πνευματικών δικαιωμάτων του έργου τους, Σιλβί Λε Μπον ντε Μποβουάρ.
Ενα από τα πρώτα «θύματά» τους ήταν η ανήλικη Ολγα Κοζάκιεβιτς κι όπως πολύ παραστατικά περιγράφει η Σέιμουρ Τζόουνς: «Οταν η Σιμόν ντε Μποβουάρ έφτασε στη Ρουέν, τον Οκτώβριο του 1932, για να αναλάβει τη θέση της στο Λύκειο Ζαν ντ' Αρκ, τις πρώτες μέρες δεν έδωσε σχεδόν καμιά σημασία στο χλομό, σκυθρωπό πρόσωπο της δεκαεφτάχρονης ρωσίδας μετανάστριας που καθόταν στα πίσω θρανία της τάξης. Οι συμμαθήτριές της της είχαν δώσει το παρατσούκλι "la petite Russe". Ωστόσο, μέσα σε έξι μήνες, η μικρή Ρωσίδα έμελλε να εμπνεύσει στην Μποβουάρ ένα πάθος εξίσου δυνατό μ' εκείνο που θα ξυπνούσε μέσα της ένας άντρας. Η Ολγα υπήρξε ο καταλύτης που απελευθέρωσε τη φαντασία της Μποβουάρ και της ενέπνευσε την "Προσκεκλημένη" (L'Invitee), το πρώτο μυθιστόρημά της που έφτασε στο τυπογραφείο. Μούσα και μοντέλο συνάμα, μυθοποιήθηκε από την Μποβουάρ ως "Ξαβιέ" και από τον Σαρτρ ως "Ιβιτς" στην τριλογία του "Les Chemins de la liberte" (Οι Δρόμοι της Ελευθερίας). Στα μάτια της δασκάλας της, της Σιμόν, που την περιγράφει ως "perle noire", το μαύρο μαργαριτάρι που τόσο λαχταρούσε να σκεπάσει τα "μαργαριταρένια μάγουλά" του με φιλιά, το κορίτσι έγινε ένα ανεκτίμητο κόσμημα, το οποίο δεν άργησε να λιμπιστεί και ο Σαρτρ. Η επιρροή που άσκησε η Ολγα στο μυαλό πρώτα της Μποβουάρ και μετά του Σαρτρ ήταν τόσο ισχυρή, που τους ενέπνευσε τέσσερα βιβλία και τουλάχιστον ένα θεατρικό έργο, το "Huis Clos" ("Κεκλεισμένων των Θυρών")».
Η Κάρολ Σέιμουρ-Τζόουνς, που έχει ασχοληθεί και με τη σχέση ανάμεσα στον Τ. Σ. Ελιοτ και την πρώτη του σύζυγο Βίβιαν, συνεχίζει την «αποκαθήλωση» του αγίου ζεύγους των γαλλικών γραμμάτων, αναφερόμενη στην εκπόρνευση της εβραίας μαθήτριας της Μποβουάρ Μπίνενφελντ Λαμπλέν, την οποία το ζευγάρι εγκατέλειψε κατά τη διάρκεια του πολέμου. Εκείνη την εποχή η Μποβουάρ διατηρούσε σχέση και με τον Ζακ Λοράν-Μποστ, μαθητή του Σαρτρ, ο οποίος τον Ιούλιο του 1937 συνόδεψε το ζευγάρι σε ένα ταξίδι στην Ελλάδα, με το πλοίο «Cairo City».
Η συγγραφέας του «Δεύτερου φύλου» έπλεε σε πελάγη ευτυχίας, αντιθέτως ο Σαρτρ είχε τα νεύρα του καθώς βρισκόταν μακριά από τη Βάντα, την αδελφή της Ολγας Κοζάκιεβιτς, κι όλα του φαινόταν άσχημα: «Το 1960, η Μποβουάρ αναφερόταν με λυρισμό στο πέρασμά τους από τις Κυκλάδες: τους αιματοβαμμένους λόφους που βυθίζονταν στη θάλασσα της Σαντορίνης, τις νύχτες στην ταράτσα του ξενοδοχείου, τους Δελφούς που ξεπερνούσαν σε ομορφιά όλα τα μέρη του κόσμου, την πεζοπορία μέσα από μαβιά βουνά προς την Ολυμπία (...)», διαβάζουμε στη βιογραφία. «Ο Σαρτρ, ωστόσο -όπως μαρτυρούν τα μακροσκελή του γράμματα στη Βάντα- δεν βρισκόταν διαρκώς στον παράδεισο στη διάρκεια του ταξιδιού του στην Ελλάδα. Στην Αθήνα, καταλήγει στο συμπέρασμα: "Les Grecs sont des peigneculs", (οι Ελληνες είναι κωλογλείφτες). Στους Δελφούς, οι σφήκες τον τρελαίνουν, δεν μπορεί να ανεχθεί τη ρετσίνα: είναι "σιχαμερή". Στην Ολυμπία, τα κουνούπια τον τρώνε ζωντανό... Μόνο όταν φτάνουν στη Θεσσαλονίκη, όπου τους τελειώνουν τα χρήματα, αρχίζει να εκτιμά την αρχαιότητα. "Είμαι κατευχαριστημένος", γράφει στη Βάντα στις 26 Αυγούστου 1937, στο καράβι προς τη Θεσσαλονίκη».
Η φιλία τους με τον Αλμπέρ Καμί, η περίοδος της γαλλικής Κατοχής, η σχέση τους με τους ναζί αλλά η υπερβολική προβολή που δόθηκε στη συνέχεια για τη συμμετοχή τους στην Αντίσταση, απασχολούν τη βιογράφο. Ο Σαρτρ εκλήθη να καταταχτεί, παρότι είχε στραβισμό στο ένα του μάτι, ενώ με τη μονάδα του μεταφέρθηκε στη βόρειο Γαλλία. Τον Ιούνιο όμως του 1944 αναγκάστηκαν να παραδοθούν χωρίς να έχουν ρίξει ούτε μια σφαίρα.
Ο ίδιος περιγράφει: «Εμείς, οι οπλίτες και οι λοχίες μείναμε μαζί· πήγαμε για ύπνο και, το επόμενο πρωί, ακούσαμε φωνές, πυροβολισμούς, κραυγές. Ντύθηκα στα γρήγορα· ήξερα πως όλα εκείνα σήμαιναν ότι θα με έπιαναν αιχμάλωτο». Κρατούμενος μαζί με άλλους 14.000 στρατιώτες στο Μπακαρά, ανάμεσα στο Στρασβούργο και το Νανσί ένιωθε προδομένος: «Είμαστε οι αποδιοπομπαίοι τράγοι, είμαστε οι κατακτημένοι, οι δειλοί, τα παράσιτα, τα απορρίμματα της γης· χάσαμε τον πόλεμο· είμαστε άσχημοι και είμαστε ένοχοι, είμαστε παρίες...».
Ωστόσο, βρήκε την ευκαιρία για... αντίσταση. Εγραψε και ανέβασε στο στρατόπεδο το θεατρικό έργο «Μπαριονά ή ο Γιος της Αστραπής», που είναι η ιστορία του αρχηγού ενός χωριού που ξεσηκώνεται ενάντια στους ρωμαίους κατακτητές της Παλαιστίνης. «Το θέμα του έργου, που διαδραματιζόταν σε ένα χωριό κοντά στη Βηθλεέμ, στις 24 Δεκεμβρίου, είχε επιλεγεί», έλεγε ο Σαρτρ, «ώστε να απευθύνεται τόσο στους πιστούς όσο και στους άπιστους των Χριστουγέννων. Για τους κρατούμενους, το έργο αποτελούσε ένα συγκαλυμμένο κάλεσμα να αντισταθούν, παρ' όλο που το μήνυμά του, περιβεβλημένο από τη μυθολογία των Χριστουγέννων, δεν ήταν τόσο ξεκάθαρο όσο ήλπιζε ο συγγραφέας. "Οι Γερμανοί δεν το κατάλαβαν", έλεγε ο Σαρτρ, "το είδαν ως ένα ακόμη χριστουγεννιάτικο έργο. Αλλά οι γάλλοι κρατούμενοι έπιασαν το νόημα"».
Μάλιστα, ο συγγραφέας ανέλαβε τον ρόλο του μάγου Μπαλτάζαρ που εξέφραζε την απορία: Είναι αλήθεια ότι ο Θεός δεν μπορεί να κάνει το παραμικρό ενάντια στην ελευθερία των ανθρώπων; Ο άθεος Σαρτρ συνειδητοποίησε τότε τι θα έπρεπε να είναι το θέατρο: «ένα σπουδαίο μαζικό θρησκευτικό φαινόμενο... ένα θέατρο των μύθων».
Η αφοσίωσή του στη στρατευμένη τέχνη και η πίστη του στα κομμουνιστικά ιδεώδη μέχρι που τα τανκς μπήκαν στην Πράγα αναπαράγονται στην πολυσέλιδη βιογραφία. Το ταξίδι των δυο διανοούμενων στην Κούβα, όπου γοητεύτηκαν από τον νεαρό Κάστρο («Οχι άλλοι γέροι στην εξουσία!», αναφώνησε ο Σαρτρ) αλλά και στη Σοβιετική Ενωση όπου ματαίως προσπαθούσαν να συναντήσουν αυθεντικούς χωρικούς αντί για υψηλόβαθμα κομματικά στελέχη, σκιαγραφούνται. Οπως και η σχέση του Σαρτρ με τη Λένα Ζονίνα, τη ρωσίδα διερμηνέα του, που ήθελε να την παντρευτεί, παρότι υπήρχαν υπόνοιες ότι ήταν κατάσκοπος της KGB...
Υπό στενή παρακολούθηση του FBI, ο συγγραφέας του περίφημου βιβλίου «Το Είναι και το Μηδέν», πήγε και στην Αμερική τη δεκαετία του '50, όπου έδωσε σειρά διαλέξεων. Εντύπωση του έκανε ο διαχωρισμός λευκών και μαύρων: «Σε αυτό τον τόπο της ελευθερίας και της ισότητας, ζουν δεκατρία εκατομμύρια παρίες. Σε σερβίρουν στο τραπέζι σου, σου γυαλίζουν τα παπούτσια, σου πατούν το κουμπί του ασανσέρ, κουβαλούν τις αποσκευές σου, αλλά δεν έχουν τίποτα να κάνουν μαζί σου, ούτε κι εσύ μ' αυτούς... Γνωρίζουν ότι είναι πολίτες τρίτης κατηγορίας. Είναι νέγροι. Μην τους αποκαλέσεις ποτέ "αράπηδες"».
Η δε Μποβουάρ, που δεν διακρινόταν για την κομψότητά της, παραξενεύτηκε από τον τρόπο που ντύνονταν οι Αμερικανίδες με σκοπό, όπως συμπέρανε, να παγιδέψουν τον μελλοντικό τους σύζυγο: «Ή τζιν ή μινκ-δυο στολές», έγραφε. «Αυτές οι γυναίκες, που υπερασπίζονται με τόσο πάθος την ανεξαρτησία τους και σε κάθε ευκαιρία δεν διστάζουν να γίνουν επιθετικές με τους άντρες, παρ' όλα αυτά ντύνονται για τους άντρες... η αλήθεια είναι ότι τα ρούχα των γυναικών στην Ευρώπη δεν εκφράζουν τέτοια δουλοπρέπεια».
Με το πέρασμα του χρόνου η φήμη του «πρότυπου ζευγαριού» απλωνόταν σε όλο τον κόσμο. Ο Σαρτρ, που δεν διακρινόταν για την ομορφιά του αλλά και για την καθαριότητά του, αναπαρήγαγε τις πρώτες εντυπώσεις του για τη Σιμόν. «Πιστεύω πως είναι όμορφη», είχε πει σε συνέντευξή του για το American Vogue, το 1965. «Τα έπαιξα όλα για όλα προκειμένου να την γνωρίσω επειδή ήταν όμορφη, επειδή είχε -και έχει ακόμα- το είδος του προσώπου που με τραβάει σε μια γυναίκα. Το θαύμα με τη Σιμόν ντε Μποβουάρ είναι ότι διαθέτει ανδρική ευφυΐα και γυναικεία ευαισθησία. Με άλλα λόγια, είναι όλα όσα θα μπορούσα ποτέ να επιθυμήσω».
Αλλά και για την Μποβουάρ ο Σαρτρ ήταν ο άντρας με το πνευματικό ανάστημα που μπορούσε να σταθεί δίπλα της, «ενσάρκωνε ως την παραμικρή λεπτομέρεια τον ιδανικό σύντροφο που ονειρευόμουν από τα δεκαπέντε μου», έγραφε στα «Απομνημονεύματα μιας Συνετής Κόρης». «Ηταν ο σωσίας, στο πρόσωπο του οποίου η φλόγα της προσδοκίας μου δυνάμωνε και γινόταν φωτιά».
Αλλωστε το περίφημο δίδυμο, που ταίριαζε απόλυτα στη σκέψη και στον έρωτα, δεν περνούσε απαρατήρητο στις συναναστροφές του. Οπως περιγράφει ο συγγραφέας Ολιβιέ Τοντ: «Ηταν σαν να σκέφτονταν ταυτοχρόνως, ακόμη και όταν, φαινομενικά, έκαναν λάθος. Εμοιαζαν με αλλόκοτους σκυταλοδρόμους ιδεών, που δεν χρειαζόταν καν να δώσουν ο ένας στον άλλο τη σκυτάλη για να συνεχιστεί ο αγώνας. Συγχρόνιζαν τον βηματισμό τους και ακολουθούσαν ο ένας τον άλλον με έναν τρόπο που δεν είχα ξαναδεί σε ζευγάρι, πουθενά στον κόσμο. Η Σιμόν ντε Μποβουάρ κατάφερνε μέχρι και να αποτελειώνει τις φράσεις του Σαρτρ και το αντίστροφο...».                                           7


_________
http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=277178

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου